Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ΕΥΒΟΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ / ΡΑΨΩΔΙΑ Β

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΕΔΒ 1977

Μετάφραση Ιακώβου Πολυλά

(…) και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβι’ ακολουθούσαν

των Λοκρών, πού ‘ναι αντίπερα της ιεράς Ευβοίας.

Και τους ανδρείους Άβαντας κατοίκους της Ευβοίας

από Χαλκίδ’ Ερέτριαν και απ’ την σταφυλοφόραν

Ιστιαίαν και Κήρινθον ακρόγιαλην και ακόμη

από το Δίον το υψηλό, την Κάρυστον και Στύρα,

τους διοικούσε ο φοβερός στην μάχην Ελεφήνωρ

Χαλκωδοντιάδης αρχηγός των ψυχερών Αβάντων.

Γοργόποδοι με τα μαλλιά στες πλάτες απλωμένα,

Λογχιστές ήσαν πρόθυμοι με τα μακριά κοντάρια

στα στήθη επάνω των εχθρών τους θώρακες να σπάσουν,

και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβια ακολουθούσαν. (…)

Στα Ορφικά επαληθεύεται ότι οι Αργοναύτες έχουν πάρει κατεύθυνση προς τη Δύση. «Ο δε Κάνθος ο Αβαντιάδης διεκπεραιώθηκε από την Εύβοια (για το ταξίδι). Αυτός κατανικήθηκε από τη μοίρα και η ανάγκη του επέβαλε στο τέλος να πεθάνει πάνω (υπεράνω) από τη Λιβύη και να λησμονήση το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα». (στ. 133-161).

Κατά μια εκδοχή η Δηιάνειρα κρεμάστηκε, και η αντίζηλός της, η Ιόλη που έγινε η αιτία της συμφοράς του Ηρακλή, έφυγε μαζί με τον Ηρακλή: «απεβιβάσθηκαν εις το ακρωτήριον Κηναίον της Ευβοίας, όπου ο Ήρως έκτισε βωμόν εις τον Κηναίον Δία». (Ζαν Ρισπέν, «Ελληνική Μυθολογία», Δαρεμά, Αθήνα 1977).

Το Κηναίον της Εύβοιας μας υπενθυμίζει τον Κύνα-Δία και τον Εύβοιο-Διόνυσο, δηλαδή το Σείριο. Ο Ηρακλής έγινε Θεός και σήμερα τον βλέπουμε καταστερισμένο στον ουρανό με το ρόπαλό του. Η θυσία και η ανάστασή του ήταν από τα αγαπημένα θέματα της τέχνης της Ελλάδας, που συχνά περιγράφει τη θριαμβευτική είσοδο στον Όλυμπο.

Οι σχολιαστές του κειμένου του Λουκιανού «Η Δίκη των Φωνηέντων», Δ. Μάνος & Δ. Ζαγορίτης, μας πληροφορούν ότι: «Πιστεύεται ότι ο Κάδμος εισήγαγεν εις την Ελλάδα ανώτερον πολιτισμόν από τον έως τότε υπάρχοντα και πρώτος εσχημάτισε το ελληνικόν αλφάβητον. Κατ’ άλλους, όμως, ο σχηματίσας το ελληνικό αλφάβητο ήτο ο Παλαμήδης, υιός του Ναυπλίου, βασιλέως της Εύβοιας και της Κλυμένης ή της Ησιόνης. Ο Παλαμήδης ήτο περίφημος διά το εφευρετικόν του πνεύμα και ανεκάλυψε την προσποιητήν μωρίαν του Οδυσσέως, ο οποίος δεν ήθελε να εκστρατεύσει εις την Τροίαν. Κατά τινάς ο Παλαμήδης προσέθεσε μόνον εις το αλφάβητον τα γράμματα ξ, π, φ και χ…».

«Για το θεό Διόνυσο»: Η Ινώ με τις αδελφές της, που φύλαγαν την ιερή Κιβωτό της Θήβας, υποχρεώθηκαν να την πάρουν απ’ τη Βοιωτία επειδή λόγω της ακτινοβολία της ερήμωνε τη γη απ’ τα φυτά. «Τότε απεφάσισαν με τις πιστές συντρόφους τους να φύγουν από το βουνό μακριά από τη βοιωτική γη. Έπρεπε τούτο να γίνει, έπρεπε, για να στολιστεί μια γη άγονη μέχρι τότε με φυτά.

Ο Ιερός χορός σηκώνει το ιερό κιβώτιο και, όπως ήταν καταστόλιστο, το βάζει στην ράχη ενός όνου. Φτάνουν στην παραλία του Ευρίπου, όπου συναντούν ένα γέροντα, που ήταν κι αυτός και η οικογένειά του ναυτικοί. Βλέπει ότι αυτές οι γυναίκες ζητούν από τους ψαράδες να τις περάσουν με τις βάρκες τους. Κι’ αυτός, με μεγάλο σεβασμό δέχεται τις άγιες γυναίκες. Και να, που τα φυλλώματα του κισσαμπελιού ανθίζουν και τυλίγονται κάτω από τα έδρανα. Στην πρύμνη τα ώριμα σταφύλια και ο κισσός σχηματίζουν ένα λίκνον. Οι ψαράδες πηδούν στη θάλασσα κατατρομαγμένοι, όμως έχουν φτάσει πια στην ακτή. Οι γυναίκες έφεραν τον θεό στην Εύβοια, στο σπίτι του Αρισταίου, που κατοικούσε στην κορυφή ενός βουνού, σε μια σπηλιά. Αυτός είχε διδάξει στους ανθρώπους, όταν ήταν άγριοι ακόμη, χίλιες εφευρέσεις, χρήσιμες στη ζωή…».

Η κιβωτός της Θήβας βρέθηκε σε πολύ καλά χέρια, δηλαδή στο μύστη Αρισταία, που ήθελε ηλεκτρονικό υπολογιστή για να μετρήσει τα γήινα χρόνια του. Ο Αρισταίας, όχι μόνο συνέχισε να ζει, πάντα μπαινοβγαίνοντας από τις πύλες του Άδη, αλλά πραγματοποίησε και πολλά ταξίδια, κυρίως στη Ρωσία και την άπω Ανατολή. (Οππιανός)

Το «μέλαν έλαιον» και οι Ευβοείς



Ερετριείς ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, οι πρώτοι Έλληνες που γνώρισαν τον «μαύρο χρυσό»

Δύο επίκαιρα αλλά άσχετα μεταξύ τους γεγονότα στάθηκαν αφορμή για το σημερινό μου κείμενο. Το πρώτο έχει να κάνει με το πετρέλαιο που, εξαιτίας του ξέφρενου ρυθμού ανόδου της τιμής του που παρατηρείται τον τελευταίο καιρό, αποτελεί καθημερινό θέμα στα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Αυτή η εκτόξευση της τιμής του υποχρεώνει, εκτός των άλλων, τους χαμηλόμισθους, τώρα που τα πρώτα χιόνια κάνουν την εμφάνισή τους, να αναζητούν θερμαντικά μέσα... μη συμβατά με την εποχή μας. Το δεύτερο, που πέρασε μάλλον απαρατήρητο από τα μεγάλα έντυπα και τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, είναι ένα διεθνές συνέδριο που έγινε το μήνα αυτό στη Χαλκίδα με θέμα τους Ευβοείς κατά την αρχαιότητα. Οι Ευβοείς, ως γνωστόν, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις γόνιμες επαφές του ελληνικού κόσμου με την Ανατολή αμέσως μετά την πτώση των μυκηναϊκών κέντρων και οπωσδήποτε πρωταγωνίστησαν στην εξάπλωση του ελληνισμού στο βορειοελλαδικό χώρο και στη μακρινή Δύση.

Επειδή πιθανόν πολλοί θα αναζητούν το συνδετικό κρίκο των δυο αυτών γεγονότων που προκάλεσε το θέμα της επιφυλλίδας μου, σπεύδω να δώσω τις απαραίτητες διευκρινίσεις. Ευβοείς και ειδικότερα Ερετριείς ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, οι πρώτοι Έλληνες που ήλθαν σε άμεση επαφή και γνώρισαν το «μαύρο χρυσό» των καιρών μας. Οπωσδήποτε σε περιοχές όπου το πετρέλαιο έφτανε από μόνο του στην επιφάνεια του εδάφους, οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί γύρω πρέπει γρήγορα να διαπίστωσαν τις βασικές του ιδιότητες. Επομένως η χρήση του για φωτισμό και θέρμανση πρέπει να άρχισε από πολύ παλιά.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το 499 π.X. η ένοπλη προσπάθεια των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και μάλιστα των Ιώνων να απαλλαγούν από τον περσικό ζυγό βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Οι Αθηναίοι με τους Ερετριείς είναι οι μόνοι από τους Έλληνες του μητροπολιτικού κέντρου που σπεύδουν να τους βοηθήσουν, έστω και με μικρές δυνάμεις. Οι Πέρσες καταστέλλουν τελικά την εξέγερση και συγχρόνως ετοιμάζονται να τιμωρήσουν την Αθήνα και την Ερέτρια για τη βοήθεια που προσέφεραν στους επαναστατημένους Ιωνες. Έτσι το 490 π.X. περσικός στόλος καταπλέει στο Αιγαίο και φτάνει έξω από την Ερέτρια. Σε λίγο τα περσικά στρατεύματα εξουδετερώνουν την αντίσταση των υπερασπιστών της πόλης, την πυρπολούν και συλλαμβάνουν τους κατοίκους της αιχμαλώτους. Ήταν τόση η οργή των Περσών εναντίον των Ερετριέων ώστε αν και υπέστησαν λίγο αργότερα ταπεινωτική ήττα από τους Αθηναίους στο Μαραθώνα, δεν άφησαν τους αιχμαλώτους ελεύθερους. Κατά την αποχώρησή τους από την Ελλάδα τους πήραν μαζί τους και τους οδήγησαν στα Σούσα, στην πρωτεύουσα του περσικού κράτους, κοντά στο μυχό του Περσικού κόλπου. Αρχαίες γραπτές μαρτυρίες κάνουν λόγο για περίπου 800 άτομα, ανάμεσά τους γυναίκες με παιδιά, αλλά στα Σούσα έφτασαν περίπου οι μισοί, καθώς οι υπόλοιποι αποδεκατίστηκαν από τις κακουχίες κατά τη μεταφορά τους στα βάθη της Ασίας. Ο Δαρείος μόλις τους είδε μπροστά του σε άθλια κατάσταση τους λυπήθηκε και τους χάρισε τη ζωή. Δεν τους επέτρεψε όμως να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους. Τους προώθησε στα Αρδέρικκα, μια περιοχή κάπου 30 χλμ. βόρεια από τα Σούσα, στα σημερινά σύνορα Ιράκ - Ιράν, κοντά σε μια πετρελαιοπηγή, από την οποία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, έβγαινε άσφαλτος, αλάτι και «μέλαν έλαιον», ένα παχύρρευστο υγρό με βαριά μυρωδιά, που οι Πέρσες ονόμαζαν «ραδινάκη».

Ωστόσο οι δύσμοιροι Ερετριείς δεν πλούτισαν παρά το γεγονός ότι η νέα τους πατρίδα βρισκόταν δίπλα σε μια πετρελαιοπηγή. Αντίθετα μάλιστα η δυστυχία τους μεγάλωσε ακόμη περισσότερο. (Κάτι που διαπιστώνεται και στις μέρες μας). Γιατί η άσφαλτος είχε δηλητηριάσει τα χώματα της περιοχής και τα είχε καταστήσει ακατάλληλα για καλλιέργειες, ενώ και το νερό που έπιναν, γεμάτο αλάτι, τους έτρωγε τα σωθικά και τους έστελνε μια ώρα αρχύτερα στον τάφο. Μόνο πάνω σ' ένα γειτονικό λόφο μπορούσαν να καλλιεργήσουν κάτι, αλλά και πάλι την όποια σοδειά τους έρχονταν και τους την άρπαζαν οι αλλοεθνείς γείτονές τους. Για τους Ερετριείς αυτούς - που πετυχημένα τους είχαν παρομοιάσει, εξαιτίας των ριζικών μεταβολών στον τρόπο ζωής τους, με ψάρια που τα είχαν ρίξει στη στεριά και σπαρταρούσαν - εκτός από τις πληροφορίες του Ηροδότου, διαθέτουμε και ορισμένες άλλες οψιμότερες πηγές. H παρουσία τους στα βάθη της Ασίας ως τα χρόνια της εκστρατείας του M. Αλεξάνδρου θα πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανή, αντίθετα υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις αν είχαν επιζήσει και ως τον 1ο αι. μ.X., την εποχή του φιλοσόφου και θαυματοποιού Απολλωνίου του Τυανέως, όπως ισχυρίζεται ο Φιλόστρατος Φλάβιος (2ος-3ος αι. μ.X.).

Φαίνεται ωστόσο ότι για πολλά χρόνια διατήρησαν τη γλώσσα τους και φρόντισαν να κτίσουν στα αφιλόξενα αυτά μέρη αρχιτεκτονήματα οικεία σ' αυτούς, π.χ. ελληνικούς ναούς, για να τους θυμίζουν τη μακρινή πατρίδα. Συχνά τα μνήματά τους τα διακοσμούσαν με πλεούμενα - ως γνήσιοι απόγονοι των περίφημων Ερετριέων «αειναυτών» που για πολλά χρόνια πρωταγωνιστούσαν στη Μεσόγειο - και συνόδευαν τα ονόματα των νεκρών τους με νοσταλγικά ελεγεία.