Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

My Big Fat Greek Family


09/24/08 - 10/15/08



Our reasons for coming to Greece were many. After over seven months traveling through Asia and Africa we longed for a good dose of Western culture, and, as we would sometimes joke, a break to let our bodies decontaminate from the food bacteria, ringworm, etc. we picked up along the way! Also, I wanted to show Hannah my birthplace, have her pick up a bit of the Greek along the way, and introduce her to my grandmothers and other family in the area. After all, we will be having a big fat Greek wedding soon enough... why not let her meet the big fat Greek family we'll be inviting!

Certain parts of Greek culture are hard to swallow. Greeks like to complain. It doesn't have to do with their economic situation or their health, they just like to talk about their problems with one another. Having just come from Ethiopia, by far the poorest country I have ever been to, and having seen the heart and happiness of its inhabitants, it's tough to listen to this complaining without thinking how ridiculous it sounds. What do you mean the doctor made you wait an extra five minutes before seeing you? At least you have access to a doctor! At least you can get clean water, reliable public transportation, fresh produce, ATMs, or even police protection! The more I stayed in Greece, however, the more I realized that this 'complaining' isn't really complaining. It's part of their culture and it's the way things are done around here, for good or bad. As sure as you'll find surfers talking about their last surf session, or Indians talking about their team's most recent cricket match, you'll find Greeks sharing their problems with one another! We have, however, committed not to incorporate this particular example of 'do-it-like-the-locals' in our lives back home!!

We took a day trip to the island of Aegina, which is famous for delicious pistachios, with my parents and my dad's brother Mike and his family. Each area in Greece has a patron saint and Aegina's is Saint Nectario. Legend has it that you can hear Saint Nectario's bones cracking if you listen closely to his resting place. We listened intently and, although I couldn't hear anything, others swore they could hear the bones cracking.

We also took another break from Athens and traveled to the island of Evia with my parents. We were excited to visit the city of Edipso which is famous for having natural hot springs. What nobody bothered to mention to us, however, is that only old people, a.k.a. 'gerries', bother to go to Edipso during the off-season. So here we are, my Mom, Dad, and Hannah dressed up in our swimwear and ready to go in to the natural hot spring pool of our hotel when we notice that there's nobody under age 70 in the pool! And, to add insult to injury, you have to have a doctor examine you and sign off that you are healthy enough to go into the piping hot 85 degree (F) water! Ha ha... what a good laugh we got out of that!

Of course our most memorable moments were spent with family at lunches and dinners, and stuffing ourselves with delicious Greek cooking until our pants burst at the seams and we had to be rolled home. Hannah was absolutely amazing with everyone and was easily accepted as part of the big fat Polytaridis family! Click here for even more.

Our stay in Greece continues for quite a while longer. In between Hannah's Greek lessons we'll be checking out out some of the famous islands of the country. Next, we head to Greece's Ionian Sea to check out Homer's (as in the author of the Illiad and the Odessey) home in Ithaki and the largest island of the area, Kefalonia.

ΠΗΓΗ: travelblog.org

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

"Τα παιδικά μου καλοκαίρια"


Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

ΑΙΔΗΨΟΣ

Αιδηψός. Παιδικά μου καλοκαίρια . Ανέμελος, όλη την ημέρα με ένα μαγιό κι ένα ποδήλατο. Μέτραγα τα μπάνια διπλά. Και το πρωινό και το απογευματινό. Δεν με ένοιαζε τίποτα σ’ αυτήν την λουτρόπολη του κουμ καν και των γιαγιάδων που πρόσεχαν τον μπαλαντέρ και το εγγονάκι τους.
Κάθε απόγευμα η αστυνομία έκλεινε τον παραλιακό δρόμο για τα αυτοκίνητα. Βγαίναν λοιπόν οι πεζοί για την υποχρεωτική, για να περάσει ο χρόνος, βόλτα τους. Μεγάλη χαρά για μας, τα παιδιά με τα ποδήλατα. Σαν να περνάγαμε πόρτες στο σκι. Φόρα και τρομεροί ελιγμοί για να αποφύγουμε τις κυρίες που είχαν χτενιστεί στο ντόπιο κομμωτήριο. Το χτένισμα που επικρατούσε ήταν το καφάσι. Έτσι ήταν το κεφάλι τους. Σαν να κουβαλούσαν τα μαλλιά με την κάρα τους. Τα περισσότερα ήταν στημένα με τη λακ, κομοδινί χρώμα και φουσκωτά προς τα πάνω για να τονίζεται το μέτωπο.
Γέλια στα τρακαρίσματα με τους περιπατητές, που δεν είχαν και κάποια συγκεκριμένη πειθαρχεία. Όπως ήθελαν πήγαιναν, οπότε και να απέφευγες το πρώτο ή το δεύτερο ζευγάρι, καθότι δεν υπήρχε ορίζοντας, ποτέ δεν μπορούσες να προβλέψεις τι θα συναντούσες μετά. Σ’ αυτά λοιπόν τα τρακαρίσματα πέφτανε και μερικά χαστούκια ή καμιά βρισιά ανάλογα με το μέρος του σώματος που είχες βρει. Έτσι έμαθα ποδήλατο με δύο ρόδες αναγκαστικά. Οι βοηθητικές δεν βοηθούσαν τους ελιγμούς και σχεδόν πάντα βρίσκανε τακούνια.
Οι κυρίες τότε, όταν κολυμπάγανε το πρωί, φοράγανε σκούφιες. Να μην βραχεί το μαλλί. Για να μην ξεβάψει; Για να είναι έτοιμο για την απογευματινή συνάντηση με τα ποδήλατα; Δεν μπόρεσα ποτέ να το εξηγήσω. Όμως το κεφάλι με την πολύχρωμη λουλουδάτη σκούφια, ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία να βελτιώσουμε το σημάδι μας στα σουτ με την μπάλα. Σιγά-σιγά πλησίαζε η ομάδα που έπαιζε νερομπαλλιές κι έμπαινε στο στόχαστρο ένα συγκεκριμένο χρώμα. Επίσης ο τερματοφύλακας έκανε πλάγια βηματάκια για να βρεθεί κοντά στην σκούφια, και δήθεν δεν μπορούσε να αποκρούσει το σουτ. Αυτός τα άκουγε πιο πολύ από την κυρία που θεωρούσε αυτόν υπεύθυνο κι όχι τους επιθετικούς. Η γυναίκα κρίνει πάντα μέσω απόστασης. Ο κοντινός της φταίει. Όπως και στην ομάδα ποδοσφαίρου. Για όλα φταίει το τέρμα. Ο μαλάκας που τα χάνει μπροστά, ποτέ.
Άλλες φορές η κατάσταση πήγαινε στα άκρα, οπότε χρειαζόταν η επέμβαση των δικών μας γιαγιάδων:
- Τα παιδιά έχουν γονείς κυρία μου για την παρατήρηση σας. Και στο κάτω - κάτω, παιδιά είναι δεν τα βλέπεις; Ολόκληρη θάλασσα, πάνω τους πήγες να κολυμπήσεις; Για όνομα του θεού πια.
Η γιαγιά ήταν απίθανη. Καθαρή πολιτική θέση και προστάτης της μπάλας της δικιάς μας. Διότι και αυτή φορούσε σκούφια, είχε κάνει και αυτή κεφαλιές κι είχε ακριβώς την ανάποδη αντίδραση όταν τα παιδιά ήταν ξένα και έπαιζαν με άλλη μπάλα.
- Ε, αμάν ρε παιδιά. Θα μας βγάλετε κάνα μάτι. Πάτε λίγο πιο πέρα. Δεν είναι γήπεδο η θάλασσα.
Θέλανε να κολυμπήσουν οι γιαγιάδες. Ξέρετε πως το κάνανε τότε. Μπαίνανε μέσα στο νερό και καθόντουσαν ακίνητες. Σαν επιπλέοντα νούφαρα ήσαν με τις σκούφιες. Βασικά μιλάγανε. Όταν αποφάσιζαν να κάνουν και μερικές απλωτές, κάνανε το γεροντοκρόουλ μετά σχολίων. Στυλ που υπάρχει και σήμερα βέβαια. Η γιαγιά πάντα κολυμπάει πλάγια. Γυρνάει στη μια μεριά, τεντώνει το ένα χέρι μπροστά, και κλωτσάει με το ανάποδο πόδι το νερό. Η άλλη γιαγιά αντικρυστά για να μιλάνε ή για να βοηθηθούν σε πιθανό πνιγμό. Μετά από καμιά τριανταριά μέτρα, στην επιστροφή, γίνεται αλλαγή πλευράς και από τις δύο γιαγιάδες για να ισομερισθεί η άθληση.
Αλλά ρε παιδί μου κι εμείς, όταν δεν θέλαμε να τις πετύχουμε, διότι θέλαμε να παίξουμε, δεν γλυτώναμε την ζημιές. Αφού όλη η θάλασσα σκουφιοκρατόταν. Και στου διαόλου την μάνα να είχαμε πάει, ερχόντουσαν οι γριές σε μας. Αλλά και να μην τις πετύχαινες, και μόνο που έπεφτε η μπάλα κοντά τους και τις πιτσιλούσε, αφού γινόταν το τίναγμα του κεφαλιού για να φύγουν οι σταγόνες από τις σκούφιες λες και θα μαραίνονταν τα λουλούδια, ξανά μανά οι παρατηρήσεις.
Δεν αργήσαμε και πολύ. Βρήκαμε το καινούργιο παιχνίδι: Μπάλα να μην χτυπάει καμία αλλά να πέφτει πολύ κοντά σε γιαγιά που δεν φορούσε σκούφια για να της βρέξει το μαλλί, ή γιαγιά πού έμπαινε σιγά - σιγά στην θάλασσα για να συνηθίσει την θερμοκρασία και δεν ήθελε μπαλάτο πιτσίλισμα. Που όμως τελικά δεν το απέφευγε.
Το απογεματάκι, σινεμά ανοιχτό. Στην Αιδηψό κυριαρχούσαν δραματικές ταινίες. Ελληνικές ή Τούρκικες πού χώριζαν το φιλοθέαμο κοινό στα δύο. Στις μπροστινές θέσεις τα παιδιά που γέλαγαν, και στις πίσω, οι γιαγιάδες με το κλάμα του θανάτου. Μπάχαλο το σινεμά και βροχή οι παρατηρήσεις:
-Αμάν πια κακομαθημένα. Αυγά σας καθαρίζουν και γελάτε; Δεν καταλαβαίνετε ότι η γυναίκα έχασε τον άνδρα της στον πόλεμο; Δεν καταλαβαίνετε ότι την παράτησε την κοπέλα χωρίς λόγο; Ούτε ένα έργο δεν μπορούμε να δούμε πια;
Ένα βράδυ έλαχε να παιχτεί πολεμικό έργο. Μια τεράστια ναυμαχία μεταξύ Αμερικανών και Γερμανών. Με πήγε ο παππούς μου, που ήταν λάτρης αυτών των έργων και βαθύς μύστης της ιστορίας κι είχε αγαπημένο χόμπυ τα επεξηγηματικά σχόλια προς τον εγγονό.
Στο έργο έγινε της πουτάνας. Σκοτώθηκε κόσμος και κοσμάκης κι εξαφανίσθηκαν όλα τα καράβια των εχθρών. Θυμάμαι όμως και τα τρομερά νεύρα του παππού μέχρι και την ώρα που γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και συναντήσαμε την γιαγιά που έπαιζε τα χαρτιά της. Με αδιάφορο ενδιαφέρον μας ρώτησε:
-Πώς ήταν το έργο παιδιά; ( την αιχμή δεν την κατάλαβα τότε, αλλά δεν αφορούσε εμένα σίγουρα ).
-Μου άρεσε πολύ, είπα εγώ.
Ο παππούς είχε άλλη γνώμη.
-Αηδίες. Κάτι καραβάκια είχαν βάλει μέσα σε μια λεκάνη, είχαν βάλει και τα χέρια τους μέσα και κάνανε κύματα. Όλα ψεύτικα ήταν, σαν τα παιχνίδια του μικρού. Δεν μπορούν να κοροϊδέψουν εμένα οι Αμερικάνοι.
Αισθάνθηκα κι εγώ κορόιδο. Η γιαγιά κατέβασε μία τρίτη με φιγούρες, που ακόμα θυμάμαι ότι είναι σημαντικές στο παιχνίδι των μεγάλων. Άλλωστε τέτοιες μαζεύαμε κι εμείς με τους αγαπημένους μας ποδοσφαιριστές. Τότε ήμασταν πιο λογικοί διότι παίζαμε εμείς μπάλα. Σήμερα νομίζουμε ότι συνεισφέρουμε σε κάτι που δεν παίζουμε, διότι είμαστε ο δωδέκατος ή ο έβδομος ή ο έκτος παίκτης, ανάλογα με το τι σπορ βλέπουμε. Σε λίγο στο γκόλφ θα γίνουμε τρύπα ή ρακέτα στο τένις. Στον κλασσικό αθλητισμό δεν έχω άποψη. Αλλά το να γίνω ταπί που θα υποδεχθεί την Πρεζεράκου, δεν με χαλάει. Και είπε η γιαγιά:
-Και τί ήθελες Κώστα μου; Να καταστρέψουν έναν ολόκληρο πραγματικό στόλο για να είσαι ευχαριστημένος; Ψεύτικα είναι τα πολεμικά έργα. Μόνο τα κοινωνικά αξίζουν.
Και οι σκούφιες στην θάλασσα, σκέφτηκα εγώ. Το γνήσιο και πρωινό πολεμικό δράμα στα νερά της Αιδηψού. Ωραία καλοκαίρια τότε. Τώρα πιο καλοί οι χειμώνες. Διότι τώρα είμαστε εμείς οι γιαγιάδες και δεν θέλουμε να πάθουμε τα ίδια.


ΠΗΓΗ: steven-avramidis.blogspot.com

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Τα χουφταλάκια μου


* Γράφει η: soduck


Saturday
Jun 23,2007

ΛουκουμάδεςΠριν πολλά χρόνια, ξεκινάω με τη φίλη μου τη Βάσω να πάμε στη βόρεια Εύβοια για διακοπές. Φτάσαμε με φέρρυ στην Αιδηψό. Βγαίνουμε επιτέλους στο λιμάνι, αφού προηγουμένως με έχει κάνει ρεζίλι και στο έμπα και στο έβγα, γιατί καθόταν μπροστά από το αυτοκίνητο κούναγε χέρια πόδια και φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε “Πάρτο δεξιάααααα…..Οοοοχι οοοχι έτσιιι! Πάρτο αλλιώωως… Κόοοοοψε κόψε σου λεεεεω….ελα ελα όπως είσαι… Πρόσεχεε” και όλα αυτά χωρίς να έχει ιδέα από οδήγηση. Ήξερε απλώς ότι αυτό με κάνει έξαλλη και το χαιρόταν!
Βγαίνοντας από το λιμάνι δυό δρόμοι ανοίγονταν μπροστά μας. Ο ένας δεξιά ο άλλος αριστερά.

“Από πού να πάω;” ρωτάω με αγωνία, γιατί οι από πίσω ήταν αφηνιασμένοι. Η Βάσω είχε το χέρι στο σαγόνι και το ύφος βαθιάς περισυλλογής.

“Λέγε καλέ και θα μας δαγκώσουν!” Αλλά ο μεγάλος Μανιτού δε μίλησε.

Από πίσω είχαν αρχίσει να ακούγονται τα χαριτωμένα “Προχώρα μωρήηηηηη” και όλα τα σχετικά που φαντάζεστε.
Παίρνω την τύχη μας στα χέρια μου και στρίβω αριστερά.

“Οχι, Οχι από δω! Μπες στο πρώτο δεξιά και σταμάτα!”

Το “σταμάτα” μια κουβέντα είναι.

“Έτσι που τα ‘κανες, θα πάμε από τον μέσα δρόμο τώρα, αλλά προσοχή στα χουφταλάκια μου!”

“Ποιά χουφταλάκια; Τι είναι τα χουφταλάκια;”

Εκείνη απλώς χαμογέλασε και είπε “Ξεκίνα! Το πρώτο δεξιά και όλο ευθεία”.

Μπαίνω στην ευθεία και ξαναρωτάω.

“Θα μου πεις τι είναι τα χουφταλάκια επιτέλους;”

Κοίταξε γύρω-γύρω με ύφος “να κάπου εδώ το είχα..” και ξαφνικά σταματάει το βλέμμα της μπροστά μας. Φωτίζεται και γλυκαίνει όλο της το πρόσωπο με μια γλύκα ανείπωτη.

“Να ένα”, είπε τρυφερά. “Πρόσεχε. Μην κορνάρεις και μην προσπεράσεις.”

Ακολουθώ το βλέμμα της και βλέπω ένα παππουδάκι που πηγαίνει αργά- αργά κι αμέριμνα στη μέση (εντελώς στη μέση όμως!) του δρόμου.

“Και τι κάνουμε τώρα;”

“Τίποτα. Ακολουθείς από απόσταση. Μην ακούσει το αυτοκίνητο και τρομάξει!”

Αν μπορούσε να ακούσει θα το είχε ακούσει ήδη, σκέφτηκα, αλλά δεν το σχολίασα.

“Και μέχρι πότε θα πηγαίνουμε έτσι;”

“Μέχρι να φύγει από το δρόμο.”

“Κι αν πηγαίνει μακριά;”

“Έλα μωρέ! Πόσο μακριά μπορεί να πηγαίνει;”

“Σωστά! Πόσο μακριά να πηγαίνει; Δεν θα είναι γύρω στα 90 τώρα; ”

“Έλαααα, μη μιλάς έτσι για τα χουφταλάκια μου!”

Αυτό το “μου” με ξένιζε. Την έβλεπα με την μπέρτα του Ζορρό (τότε δεν υπήρχε ακόμα ο Σούπερμαν) να τον προστατεύει.

Για καλή μου τύχη το παππουδάκι ήταν κοινωνικός άνθρωπος και τον φώναξαν από ένα πεζοδρόμιο και πήγε προς τα κει.

“Περνάω”, είπα αποφασιστικά.

“Πρόσεχε,” είπε απειλητικά.

Πέρασα σαν να οδηγούσα ανάμεσα σε αυγά και η προσπέραση έγινε αναίμακτα.
Βγήκαμε στο δρόμο για τα Ίλια. Βρήκαμε και το δωμάτιο και ήταν η στιγμή της απόλυτης απόλαυσης και ηρεμίας.
Μπροστά μόνο θάλασσα και πράσινο.
Αφού τακτοποιηθήκαμε, μοιράσαμε κρεβάτια και τα σχετικά, πέρασε ή ώρα. Ήταν πια απόγευμα.

“Θα πάμε στη θάλασσα;” ρώτησα με λαχταρα η άσχετη.

“Θάαλαασσααα;;;;” (Λες και είχε ακούσει ότι θα κάνουμε αναρρίχηση στον Όλυμπο). “Όχι βέβαια! Θα πάμε στην Αιδηψό!”

“Γιατί πουλάκι μου θα πάμε στην Αιδηψό; Από κει δεν ήρθαμε;”

“Θα δεις!”

Ήταν ειδήμων της περιοχής. Τι μπορούσα να πω εγώ; Είμαι και καλός άνθρωπος… Και πήγαμε στην Αιδηψό.

Περπατούσαμε… Περπατούσαμε… Είχα την εντύπωση ότι κάτι ψάχναμε αλλά δε μου έλεγε.
Κάποια στιγμή έθεσα veto.

“Εγώ θα κάτσω εδώ! Κουράστηκα! Θέλω καφέ, θέλω τσιγάρο, ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΤΣΩ!!!”

“Εντάξει! Να εκεί θα κάτσουμε!”

Το μαγαζί ήταν γεμάτο παππούδες και γιαγιάδες και είχε μια τεράστια ταμπέλα “ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ”.

“Πες μου ότι δεν το περάσαμε όλο αυτό για να φας λουκουμάδες!”

“Γιατί; Τι έχεις με τους λουκουμάδες;”

Τι να σχολιάσεις…

“Ένα σωρό μαγαζιά περάσαμε που ήταν πιο χαλαρά. Εδώ που είναι πήχτρα θα κάτσουμε;;”

“Ναι! Γιατί τα χουφταλάκια μου ξέρουν που έχει καλούς λουκουμάδες. ”

Δε μίλησα… (Λόγω της ημέρας Αντωνάκη…)

Καθίσαμε. Στο σερβιτόρο ζήτησα καφέ και μια μερίδα λουκουμάδες.

“Θα φας λουκουμάδες;”, με ρώτησε με έκπληξη.

“Εσύ δεν ήθελες λουκουμάδες; Γι αυτό δε με τραβολογάς τόση ώρα;”

Γυρνάει στο σερβιτόρο και λέει αγέρωχα:

“Όχι λουκουμάδες. Έναν ελληνικό σκέτο θα πάρω εγώ!”

Ε! Είχε έρθει ή ώρα για εξηγήσεις.

“Κοίτα τους”, μου λέει. “Κοίτα τους και απόλαυσέ τους. Κοίτα το ύφος τους όταν έρχονται οι λουκουμάδες. Κοίτα το ύφος τους όταν τους τρώνε! Είναι σαν μικρά παιδιά που τους χάρισες το πιο πολύτιμο παιχνίδι. Απλά κοίτα τους… Αυτή την εικόνα ήθελα να ρουφήξω για να θυμηθώ τα σημαντικά.”

Απόμεινα να τους κοιτάω και τους άφησα να με παρασύρουν στη γαλήνη της ηλικίας τους και τη χαρά του μικρού παιδιού.

Εκείνο το καλοκαίρι έγιναν και δικά μου τα χουφταλάκια. Μια λέξη τόσο μα τόσο τρυφερή… Από τότε κάθε χρόνο έκανα το προσκύνημα στην Αιδηψό. Έχω καιρό να πάω και μου ‘χουν λείψει.

Αν πάτε και το βρείτε μπροστά σας να περπατάει αμέριμνο, να μου το προσέξετε. Μην του κορνάρετε και μου τρομάξει.

ΠΗΓΗ: duck.3thirdsorange.com