Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Η ιστορία των Μύλερ και Νόελ


Στο κείμενο περιγράφεται η ιστορία του Αγγλου Νόελ και του
Ελβετού Καρλς Μύλερ στο Αχμέτ-Αγά (Προκόπι), η αγορά του μεγάλου κτήματος της
περιοχής αλλά και η οικονομική και πολιτική κατάσταση της Εύβοιας στα μέσα του
19ου αιώνα. Τα αποσπάσματα είναι από το κείμενο του Karl Reber και έχει
δημοσιευτεί στο ΛΓ' τόμο του Αρχείου Ευβοϊκών Μελετών της Εταιρείας Ευβοϊκών
Σπουδών.

Ο Karl von Muller γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1810 στην Καλκούτα. Ο πατέρας
του, αξιωματικός του αγγλικού-ανατολικού-ινδικού λόχου, πέθανε το 1815, λίγο
πριν τη γέννηση του Eduard, του δεύτερου γιου του. Μετά το θάνατο του άνδρα της,
η μητέρα τους παρέμεινε με τα παιδιά της μερικά χρόνια στην Αγγλία. Ύστερα
γύρισε το 1822 στην Ελβετία. Ο Charls και ο αδελφός του Eduard γράφτηκαν στο
Εκπαιδευτήριο του Emanuel von Fellenberg στο Hofwyl κοντά στο Munchenbuchsee που
ήταν φημισμένο και στο εξωτερικό. Μετά τη σχολική περίοδο ο Chlarls von Muller
έκανε μερικά ταξίδια ακόμα, πήγε στη Γαλλία και στην Ισπανία όπου βοήθησε το
συνταγματάρχη Teubet να διοργανώσει ένα αγροτικό σχολείο στο Aranjuez για το
βασιλιά Ferdinand VΙΙ, με πρότυπο το Hofwyl.

Στο Hofwyl οι δυο αδελφοί Muller γνώρισαν τον Αγγλο μαθητή Edward Noel. Ο
πατέρας του ήταν ξάδελφος της Lady Byron, η οποία ήταν μια μεγάλη θαυμάστρια του
Φιλέλληνα Emanuel von Fellebnberg και επιθυμούσε να διαδώσει σ' όλο τον κόσμο τα
παιδαγωγικά δόγματα και τις ιδέες του για τις μεθόδους καλλιέργειας. Ο Emanuel
von Fellenberg είχε σχέσεις με τον Ιωάννη Καποδίστρια που ήταν πρεσβευτής της
Ρωσίας στην Ελβετία, πριν τον εκλέξουν το 1827 Κυβερνήτη της Ελλάδας, η οποία
απελευθερωνόταν από την Τουρκοκρατία. Αυτές οι σχέσεις έγιναν αιτία να ιδρυθεί
από τον Ιωάννη Καποδίστρια στο καινούργιο κράτος ένα εκπαιδευτήριο κατά τα
πρότυπα του Hofwyl, (ορφανοτροφείο στην Αίγινα, 6 Απριλίου 1829).

Το 1832 ο Edward Noel και ο δεύτερος γιος του Emanuel von Fellenberg, Fritz,
αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα. Ο Fritz αν και θυμωμένος με τον πατέρα
του, έψαξε στην Ελλάδα για δυνατότητες πραγματοποίησης του σχεδίου του. Σ' ένα
γράμμα της 4ης Νοεμβρίου έγραφε στον αδελφό του:

"Τώρα οι Τούρκοι πουλάνε τα κτήματά τους στο Νεγρεπόντε. Τα καλύτερα κτήματα
στην Ελλάδα πουλιούνται τώρα πάμφθηνα... Υπάρχουν κατάφυτες εκτάσεις γεμάτες με
δέντρα και άφθονο νερό! Μοιάζουν με εκείνες της Ελβετίας... αλλά με μια
πλουσιότατη βλάστηση, χαρακτηριστική για τις νότιες περιοχές. Αυτά ανήκουν
σχεδόν αποκλειστικά στους Τούρκους".

Ο Edward Noel αποφάσισε γρήγορα την αγορά ενός μεγαλύτερου κτήματος κοντά στο
Αχμέτ-Αγά, το σημερινό Προκόπι, ενώ ο Fritz von Fellenberg έπρεπε πρώτα να
ζητήσει οικονομική βοήθεια από τον πατέρα του. Με γράμμα της 1ης Μαρτίου 1833
περιγράφει στον πατέρα του την κατάσταση στην Ελλάδα:

"Καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε ακόμα να πραγματοποιήσουμε το σχέδιό μας εδώ στην
Ελλάδα (δηλαδή να φτιάξουμε ένα σχολείο στα πρότυπα του Hofwyl) - Λίγοι είναι οι
Έλληνες που μπορούν να εκτιμήσουν κάτι τέτοιο. Ούτε έχουν τα μέσα για να
φροντίζουν πολύ την εκπαίδευση των παιδιών τους. Οι αμερικάνικες και αγγλικές
ιεραποστολικές ομάδες διατηρούν εδώ σχολεία στα οποία τα παιδιά των πλουσίων και
των φτωχών διδάσκονται μόνο τα απαραίτητα, και χωρίς αμοιβή. Οι ξένοι όμως
εγκαθίστανται εδώ. Αυτοί θα πρέπει να δέχονται με χαρά αυτά που εμείς σκοπεύουμε
να κάνουμε. Έτσι τα σχέδια θα πραγματοποιούνται με τον καιρό... Ο Noel το
σκεφτόταν πολύ καιρό να αποκτήσει κάτι δικό του. Επειδή οι Τούρκοι πουλάνε τα
κτήματά τους στη Ρούμελη και στο Νεγρεπόντε πολύ φθηνά, κάναμε ένα ταξίδι μέχρι
εκεί. Περιηγήθηκε όλο το νησί... Μετά ο Noel απεφάσισε να αγοράσει ένα από τα
ωραιότερα κτήματα που βρίσκονται εκεί. Αυτό το κτήμα έχει μάκρος δυόμισι ώρες
και φάρδος μία ώρα. Περιλαμβάνει μια έκταση γης που είναι περίπου 5.000 αγγλικές
acres και περίπου άλλες τόσες χιλιάδες με δάση. Το καλύτερο ξύλο της ανατολικής
Ελλάδας για την κατασκευή των πλοίων βρίσκεται σ' αυτό το κτήμα. Ο Noel το
αγόρασε για 2.200 στερλίνες. Μόνο το ξύλο που χρειάζεται για τα πλοία
υπολογίζεται ότι έχει αυτή την αξία. Ο ιδιοκτήτης δίνει στους χωρικούς του
κτήματός του σπίτι και βόδια και αυτοί καλλιεργούν τα χωράφια και παραδίδουν το
μισό από τη σοδειά... Ο Noel το έβλεπε με καλό μάτι, άλλωστε και εγώ ήθελα πολύ
να εκμεταλλευόμασταν μαζί αυτό το κτήμα και να μοιραζόμασταν τα έξοδα... Έτσι
και εγώ θα είχα ένα μικρό κεφάλαιο. Με μερικές εκατοντάδες ή ακόμα και με 1000
στερλίνες θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει κάτι καλό".

Την ίδια μέρα ο Fritz έστειλε ένα γράμμα στον αδελφό του Wilhelm. Εκεί
περιγράφει την κατάσταση ακόμα πιο αναλυτικά. Από εκεί προκύπτει ότι ταξίδεψε
από τον Δεκέμβριο 1832 ως τον Φεβρουάριο 1833 μαζί με τον Eduard Noel σ' όλη την
Εύβοια, από το νότο μέχρι το βορρά. Έτσι έγινε και η αγορά του κτήματος από
Τούρκους ιδιοκτήτες. Από όσα αναφέρει φαίνεται ότι οι Έλληνες χωρικοί υπέφεραν
πολύ από την εκμετάλλευση των Τούρκων ιδιοκτητών:

"...Το συμβόλαιο μεταξύ χωριού και ιδιοκτήτη συμφέρει μεν τον πρώτο αλλά οι
Τούρκοι ιδιοκτήτες αντί για το 1/10 παίρνουν το 1/5 ή το 1/3 και αντί για το
μισό που δικαιούνται, μερικές φορές τα παίρνουν όλα. Εκτός τούτου οι Τούρκοι
έχουν τη συνήθεια να μένουν στους χωρικούς όταν ταξιδεύουν ή όταν κυνηγούν.
Υποχρεωτικά οι χωρικοί πρέπει να τους δώσουν δωρεάν, όσα έχουν και δεν έχουν,
και όχι μόνο αυτά που βρίσκονται στο χωριό, αλλά και πράγματα που πρέπει να
ψωνίζουν στην πόλη με δικά τους έξοδα, για παράδειγμα οινόπνευμα, ζάχαρη
κ.λ.π... Στο Νεγρεπόντε είδαμε ένα μεγάλο πλοίο το οποίο ναυπηγούν για την
οικογένεια του Πασά: Ολόκληρο το νησί δούλευε γι' αυτό. Πεντακόσιοι χωρικοί
εργάζονταν στα βουνά, όχι μακριά από την πόλη, για να βγάζουν τα δέντρα από το
χιόνι... Δεκαπέντε Τούρκοι έσπρωχναν τους καημένους τους ανθρώπους με μπαστούνια
και πέτρες και τους παρακινούσαν να δουλεύουν. Μερικοί έσπαγαν τα χέρια τους και
τα πόδια τους από τα δέντρα που έπεφταν πάνω τους. Ποτέ ο Πασάς δεν σκέφτηκε να
στείλει το γιατρό του κοντά τους. Έτσι αυτοί οι άνθρωποι αναγκάζονταν να
δουλεύουν δωρεάν σχεδόν όλο το χειμώνα. Δεν τους δίνουν ούτε καν τρόφιμα. Τα
χωριά τους μεριμνούν γι' αυτό...".

Το δικαίωμα της πώλησης κτημάτων από τους Τούρκους μεγαλοκτηματίες εκείνη την
εποχή ήταν ένα επίμαχο θέμα. Το νέο ελληνικό κράτος ήταν επίσημα αναγνωρισμένο
από τις μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του
Λονδίνου το 1830. Αν και η Εύβοια προστέθηκε από την αρχή στο νέο ελληνικό
κράτος, οι Τούρκοι προσπάθησαν με διπλωματικά και στρατιωτικά μέσα να ανατρέψουν
αυτή την απόφαση. Έτσι μόνο το 1834 η Εύβοια απελευθερώθηκε οριστικά από την
τουρκική κατοχή. Μια διαφωνία, μεταξύ άλλων, ήταν το πρόβλημα της αποζημίωσης
των Τούρκων μεγαλοκτηματιών. Κατά τον τουρκικό αγροτικό κανονισμό η γη ανήκει
στον Αλλάχ, ο οποίος αντιπροσωπεύεται στη γη από τον Σουλτάνο. Γι' αυτό κατά το
νόμο δεν ήταν δυνατό να κατέχει κανείς ιδιωτικά κτήματα με εξαίρεση μόνο τα
μικρά χωράφια που οι Τούρκοι τα λένε mulk. Μολοταύτα ο Σουλτάνος μπορούσε να
διαθέτει κτήματα στους συγγενείς των καβαλάρηδων του, για να τα καλλιεργούν και
να τα εκμεταλλεύονται. Αν και οι συνθήκες ιδιοκτησίας δεν ήσαν νόμιμες,
αναφέρεται στα Πρωτόκολλα του Λονδίνου ότι οι Τούρκοι τσιφλικάδες δικαιούνται
μια αποζημίωση για τα χωράφια που πρέπει να παραδώσουν. Το νέο ελληνικό κράτος
όμως δεν είχε τα ανάλογα οικονομικά, για να ανταποκριθεί σ' αυτές τις
υποχρεώσεις. Ο Καποδίστριας απέκρουσε προσφορές από ξένους επενδυτές, επειδή τον
πίεζε ο λαός, ο οποίος ζητούσε εύλογα την "εθνική γη" για τον ίδιο. Η κατάσταση
άλλαξε μόνο, όταν ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε στις 27.9/9.10.1831 στο Ναύπλιο. Η
εποχή από το 1831 ως το 1832 ήταν σαν ένας εμφύλιος πόλεμος. Οι Τούρκοι
εκμεταλλεύτηκαν αυτή την κατάσταση και πούλησαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα τα
κτήματα που είχαν στην κατοχή τους, αγνοώντας την εθνικότητα των αγοραστών.
Ήξεραν πολύ καλά ότι αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία που τους δινόταν να
επωφεληθούν από τα κτήματα που βρίσκονταν στα δικά τους χέρια.

Την 1η Μαρτίου 1833 ο Fritz von Fellenberg γράφει στον πατέρα του: "Ο λόγος που
τα κτήματα στο Νεγρεπόντε είναι τόσο φθηνά, κατά ένα μέρος οφείλεται στην πλήρη
άγνοια των Τούρκων. Πολλοί από αυτούς ποτέ στη ζωή τους δεν είχαν επισκεφθεί τα
κτήματά τους. Κατά ένα άλλο μέρος είναι και ο εκβιασμός που υπέστησαν για να τα
πουλήσουν, αφού το κεφάλαιο είναι εξαιρετικά σπάνιο στην Ελλάδα. Οι Έλληνες δεν
αγοράζουν τίποτα που δεν αποδίδει κέρδος, τουλάχιστον ένα 10% από τα χρήματά
τους. Έτσι οι Τούρκοι τσιφλικάδες δεν αντικαθίστανται μόνο από Γερμανούς,
Γάλλους, Αγγλους, Ελβετούς, αλλά και από Έλληνες τσιφλικάδες".

Με την άφιξη του Βαυαρού βασιλιά περίμεναν όλοι να ηρεμήσει η πολιτική
κατάσταση. Το γράμμα του Fritz προς τον αδελφό του (1η Μαρτίου 1833) αναφέρει
αυτή την άφιξη: "Τελικά έφθασε εδώ στο Ναύπλιο ο Βασιλιάς με την ακολουθία του.
Εδώ στην Αθήνα περιμένουμε κάθε μέρα την άφιξη των βαυαρικών ομάδων. Οι
περισσότεροι Τούρκοι έφυγαν κιόλας για το Νεγρεπόντε. Μετά την παράδοση της
Ακρόπολης, οι Βαυαροί θα σταλούν αμέσως και στο Νεγρεπόντε, όπου οι Τούρκοι
ετοιμάζουν ήδη την αποχώρησή τους. Περίπου σ' ένα μήνα θα ξαναπάω εκεί, για να
χτίσω ένα μικρό σπίτι στο κτήμα του Noel".

Ένας άσχημος πυρετός τον έκανε να χάσει αυτή την ελπίδα. Παρά την εντατική
φροντίδα των Αμερικανών Ιεραποστόλων, ο Fritz von Fellenberg πέθανε από τον
πυρετό στις αρχές του 1834. Ήδη ο Charls von Muller βρισκόταν στην Αθήνα.

Ο Muller είχε ήδη αναλάβει μαζί με τον Noel, το 1835, τη διαχείριση του κτήματος
στο Αχμέτ-Αγά. Αυτό φαίνεται έμμεσα από ένα γράμμα της 20ης Μαρτίου 1845 προς το
φίλο του Carlo Leutwein. Εκεί αποκαλεί τον εαυτό του αποικιστή επί δέκα χρόνια.
Από το ίδιο γράμμα μαθαίνουμε επίσης ότι η ελληνική κυβέρνηση, τότε που ηρέμησε
η πολιτική κατάσταση, δοκίμασε πρώτα να επιβάλει τα δικαιώματα που είχε στα
δάση, αλλά μετά φαίνεται ότι παραιτήθηκε από αυτό το σχέδιο και διαβεβαίωσε ότι
οι δύο ξένοι είναι νόμιμοι ιδιοκτήτες των κτημάτων στο Προκόπι.

Στο Αχμέτ-Αγά οι δύο συνεταίροι έχτισαν ένα μεγάλο σπίτι. Ανακαίνισαν τη δική
τους ιδιοκτησία και κατεδάφισαν τις καλύβες των κατοίκων του χωριού που ήσαν
μισογκρεμισμένες και φτιαγμένες από ξύλο και λάσπη και τις αντικατέστησαν με
ανθεκτικά σπίτια, χτισμένα με πέτρες. Αυτές οι καλύβες άνηκαν στους χωριάτες και
στους δασοκόμους που εξυπηρετούσαν πρώτα τους Τούρκους και ύστερα το Noel και
τον Muller.

Στα καρπερά χωράφια του κτήματος καλλιεργούσαν προ παντός σιτάρι, καλαμπόκι και
λαχανικά. Παράδειγμα ήταν το αγρόκτημα του Hofwyl. Το κτήμα περιελάμβανε και μια
μεγάλη φυτεία μουριών για την καλλιέργεια των μεταξοσκωλήκων. Σπουδαίος
επαγγελματικός κλάδος ήταν επίσης και η επεξεργασία ξύλου που χρειάστηκε μια
μεγαλύτερη υποδομή. Γι' αυτό ο Noel και ο Muller έχτισαν δικά τους πριονιστήρια
και έφτιαξαν δρόμους προς το Πήλι και την Κρύα Βρύση. Οι δρόμοι αυτοί
προορίζονταν για τη μεταφορά του ξύλου στην παραλία. Η ελληνική κυβέρνηση
δυσκόλεψε όμως το εμπόριο ξύλων κατά τον εξής τρόπο: Το ξύλο που μεταφερόταν δια
θαλάσσης, χρεωνόταν στην Αθήνα με ψηλούς τελωνειακούς δασμούς. Γι' αυτό ο δυο
αποικιστές άρχισαν πολύ νωρίς να εξάγουν τα εμπορεύματά τους μέσω του λιμανιού
της Σμύρνης.

Κατά τη διάρκεια που βρισκόταν ο Muller στην Ελβετία παντρεύτηκε την Emma von
Fellenberg στις 18 Οκτωβρίου 1843 και ταξίδεψε μαζί της το Νοέμβριο 1843 στην
Αθήνα και στις 11 Δεκεμβρίου στο Αχμέτ-Αγά, στην καινούρια πατρίδα της.

Το 1843 ξέσπασε στην Αθήνα η επανάσταση με αρχηγούς το Γιάννη Μακρυγιάννη και το
Δημήτριο Καλλέργη. Ο βασιλιάς Όθων αναγκάστηκε να αρνηθεί ενόρκως τις
απολυταρχικές απαιτήσεις της ηγεμονίας και να δώσει στο νέο κράτος ένα
καινούργιο Σύνταγμα. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης οι κλέφτες που είχαν
αποσυρθεί, μετά τους απελευθερωτικούς αγώνες με τις άτακτες μονάδες τους στις
συνοριακές περιοχές, προκάλεσαν άλλη μια φορά ταραχές. Ένας από αυτούς ο
Νικόλαος Κριεζώτης. Αυτός έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απελευθέρωση της Εύβοιας
στα χρόνια του 1821. Μετά όμως δεν ασχολήθηκε με την επίσημη πολιτική, όπως οι
άλλοι Ελληνες ήρωες του απελευθερωτικού αγώνα, αλλά αφιερώθηκε στην αντίσταση
κατά του βαυαρικού καθεστώτος. Το 1843 εισέβαλλε με τις άτακτες ομάδες του στην
Εύβοια, με σκοπό να διώξει τις βαυαρικές ομάδες που έδρευαν εκεί. Φαίνεται ότι
δεν κούρσεψε μόνο τους ξένους κατά τον τούρκικο τρόπο, αλλά και τους ντόπιους.

Στις 9 Μαϊου 1844 ο Muller γράφει στον Carlo Leutwein: "Εδώ ήταν η αποκορύφωση
της επανάστασης... ο κάθε πολίτης φοβόταν τον στρατιωτικό όχλο του Κριεζώτη. Και
εγώ ο μόνος ντυμένος με φράγκικα, προκάλεσα περιέργεια και απορία στους στενούς
δρόμους του Κάστρου. Πολλές φορές άκουσα παλικάρια που περνούσαν και ρωτούσαν το
ένα το άλλο, ποιος είναι αυτός ο Φράγκος. Αλλά καθησύχαζαν, όταν άκουγαν το
όνομά μου: ο Εγγλέζος από το Αχμέτ-Αγά... Ολόκληρη η γερμανική κλίκα
εξαφανίστηκε... Ο Κριεζώτης κυριάρχησε παντελώς σαν Πασάς κατά έναν ορθό
τούρκικο τρόπο... ανταμείβοντας τους κλέφτες και κακοποιούς με ραβδιές και
πρόστιμο, σύμφωνα με την παροιμία: ραβδιές για τους πλούσιους και πρόστιμο για
τους φτωχούς".

Φαίνεται ότι ο χειμώνας 1843/1844 ήταν εξαιρετικά πλούσιους σε χιόνια και γι'
αυτό οι Ελβετοί ήσαν κλεισμένοι πάνω από ένα μήνα στο Αχμέτ-Αγά. Τον Απρίλιο
μόνο μπόρεσε ο Muller να μεταφέρει ξανά τα ξύλα στη θάλασσα. Εν τω μεταξύ
διατηρούσε επαφές με τους άλλους Γερμανούς μεγαλοκτηματίες της Εύβοιας, το
βαρόνο Des Granges που ήταν εγκατεστημένος στον Αγιαννάκο κοντά στις Ροβιές, τον
Πρώσο πρεσβευτή Brassier de St. Simon που κατείχε το κτήμα Μαντανικά, τη
σημερινή Δάφνη, και τον Ελβετό Emanuel Hahn, γαμπρό του Des Granges που
διοικούσε εκείνο τον καιρό το τέταρτο κυνηγετικό τάγμα κοντά στο Ναβαρίνο.
Αργότερα έγινε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα. Αλλοι φίλοι του Muller ήταν ο
Pierre Thiesse, Γάλλος πρεσβευτής στη Χαλκίδα και στενός φίλος του Felix Jules
Charles de Mimont, κάτοχος μεγάλων κτημάτων στη Βόρεια Εύβοια και η αγγλική
οικογένεια Leeves, κάτοχος των χωριών Καστανιώτισσα και Γαλατσάδες.

Λίγο μετά την άφιξή τους στο Αχμέτ-Αγά, ο Charles και η Emma von Muller πήραν
ένα ορφανό Ελληνόπουλο. Τον ίδιο χειμώνα η Emma έμεινε έγκυος και στις 10
Σεπτεμβρίου 1844 γέννησε στην Αθήνα τον πρώτο τους γιο τον Edgar. Εκείνο τον
καιρό η πολιτική κατάσταση στη χώρα ήταν ακόμα εξαιρετικά ασταθής.

Στο γράμμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1844 ο Muller ανάγγειλε στον Emanuel von
Fellenberg τη γέννηση του γιου του και περιγράφει την κρίσιμη κατάσταση: "Μετά
την περσινή επανάσταση χαλαρώνουν σιγά σιγά οι δεσμοί της τάξης και της
πειθαρχίας απέναντι στους νόμους. Φταίνε η ταλαντευόμενη κατάσταση και η
ανικανότητα της κυβέρνησης. Ο πολιτικός μας ορίζοντας είναι πολύ σκοτεινός και
απειλητικός. Τους τελευταίους πέντε μήνες επί υπουργού Μαυροκορδάτου,
σχηματίστηκαν κόμματα, τα οποία φοβήθηκαν την αναρχία και λαγοκοιμήθηκαν κατά
την εθνοσυνέλευση. Το μόνο αντικείμενο των διαπραγματεύσεών του ήταν να κερδίσει
με κάθε τρόπο (καλό ή κακό) την πλειοψηφία του κοινοβουλίου. Τώρα μπήκε ένα
ανάμικτο υπουργείο με τους Κωλέττη και Μεταξά, περιβαλλόμενοι από Παλικάρια
(κλέφτες) και Φιλορθόδοξους. Οι πρώτοι είναι όλοι αρχηγοί από τους πολέμους και
συνηθισμένοι στις λεηλασίες και στη ληστεία. Αυτοί με την αυθάδεια και την
υπεροψία τους θα κάνουν τους υπουργούς να φοβούνται και να υποχωρούν στις
απαιτήσεις τους, διαφορετικά τα Παλικάρια θα χρησιμοποιούν βία. Η θέση του
Υπουργείου είναι αληθινά δύσκολη. Αν δεν κλείσει καμία συμφωνία ή αν διαλυθεί,
τότε σίγουρα μπορούμε να περιμένουμε μια κατάσταση αναρχίας... Δυστυχώς ο
Βασιλιάς μας είναι ανίκανος να τα διοικεί όλα. Αν δεν πληρώσει την κακοκεφαλιά
του και την τύφλωσή του με τη ζωή του, όπως ο Louis XVI, θα χάσει το θρόνο του".

Λίγο μετά τη γέννηση του γιου της η Emma αρρώστησε βαριά γι' αυτό δεν μπορούσαν
να γυρίσουν στο Αχμέτ-Αγά. Οι μύλοι που ο Muller άρχισε να χτίζει στο Δράζι
(Δαφνούσσα), ένα χωριό πάνω από το Προκόπι, ο ένας για πριόνι και ο άλλος για
άλεσμα, προς το παρόν δεν ήταν δυνατό να τελειοποιηθούν. Γι' αυτά ο Muller
νοίκιασε ένα σπίτι στην Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Ένας άλλος λόγος ακόμα
ήταν να θεραπεύσει τη γυναίκα του. Εκείνη την εποχή η πολιτική κατάσταση
σταθεροποιήθηκε και πάλι.

Από ένα γράμμα της 19ης Νοεμβρίου 1844 προς τον Carlo Leutwein μαθαίνουμε ότι:
"...Η κατάσταση της χώρας καλυτερεύει μέρα με τη μέρα. Επειδή οι δύο κύριοι
Κωλέττης και Μεταξάς περπατάνε χέρι χέρι (αν και αναγκαστικά) μπορεί κανείς να
αναπνεύσει λίγο πιο ελεύθερα και να περιμένει να έρθουν καλύτερες μέρες στην
καημένη τη χώρα. Το εμπόριο δεν πάει καλά...".

Μόλις έγινε καλά η Emma ήρθε στις 10 Δεκεμβρίου γραπτό μήνυμα ότι πέθανε ο
πατέρας της, ο Emanuel von Fellenberg. Ο Charles και η Emma αποφάσισαν κατόπιν
να ταξιδέψουν στην Ελβετία. Πρώτα όμως ο Charles von Muller πήγε μόνος του στο
Αχμέτ-Αγά από το Δεκέμβριο ως τον Ιανουάριο και μια άλλη φορά από τον Απρίλιο ως
το Μάιο, για να τελειώσει εκεί τις πιο επείγουσες δουλειές του, πριν από την
αναχώρησή του στην Ελβετία. Αλλά εμποδίστηκε από την επίσκεψη στο Αχμέτ-Αγά του
βασιλικού ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας.

Στις 22 Ιουνίου η οικογένεια Muller αναχώρησε τελικά για μια παρατεταμένη
επίσκεψη στην Ελβετία. Το ταξίδι αυτό δε βοήθησε μόνο στην πλήρη ανάρρωση της
Emma, αλλά και στην επίλυση των προβλημάτων που αφορούσαν τη διαχείριση του
Hofwyl μετά το θάνατο του Emanuel von Fellenberg.

Πριν από το ταξίδι στην Ελβετία το 1845 φαίνεται ότι είχε ανακαλύψει μεγάλα
κοιτάσματα μαγνησίτη στο κτήμα του και ότι είχε στείλει δείγματα στην Αγγλία.
Στο γράμμα της 20ης Μαρτίου 1845 γράφει στον Leutwein: "Σε λίγο θα στείλω στο
Λονδίνο μεγαλύτερη ποσότητα από την τριπολιανή γη κατ' απαίτηση ενός μεγάλου
οίκου, για να κάνει πειράματα σε κάποιο βιομηχανικό κλάδο, τα οποία πρέπει να
μείνουν μυστικά. Αν πετύχουν μάλλον θα πρέπει το φθινόπωρο να γυρίσω εδώ για
μερικούς μήνες...".

Το επόμενο γράμμα που σώζεται είναι της 24ης Σεπτεμβρίου 1846. Εκείνο τον καιρό
ο Muller είχε γυρίσει στο Αχμέτ-Αγά χωρίς την οικογένειά του. Εκεί ήταν
απασχολημένος με την παραγωγή σιταριού και καλαμποκιού, με τον τρύγο και με τις
φυτείες μουριών. Επίσης ανακαίνισε τη στέγη και το εσωτερικό του σπιτιού του.
Στο γράμμα αυτό προς τον Leutwein μαθαίνουμε για πρώτη φορά λεπτομερέστατα για
μια εργασία, την οποία ο Muller έκανε πρώτος και που είχε μεγάλη σημασία για τη
βιομηχανική ανάπτυξη της Βόρειας Εύβοιας.

Η ανακάλυψη των κοιτασμάτων του μαγνησίτη στην Εύβοια εξασφάλισε στον ίδιο και
στον Noel μια επιπλέον εργασία. Όμως δεν ήταν και τόσο εύκολα τα πράγματα να την
ξεκινήσει κανείς. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1846 έγραψε: "...Σ' αυτή (την παραγωγή
σιταριού) προστέθηκε και η εκμετάλλευση του μαγνησίτη μας η οποία, όπως όλα τα
πράγματα, μας κόστισε στην αρχή πολύ κόπο και μας προβλημάτισε. Έπρεπε να ανοίξω
τον δρόμο, να χτίσω μια γέφυρα, να ξεκαθαρίσω την αμοιβή με τους χωριάτες που θα
ήθελαν για τα φορτία και να αγοράσω επί τέλους τα βόδια. Τώρα έφτασα στο σημείο
να έχω όλα όλα οκτώ άμαξες, αλλά κάθε μέρα, όλο και παρουσιάζονται εμπόδια εδώ
και εκεί...".

Οι συνέπειες αυτής της καινούριας επιχείρησης φαίνονται καθαρά από ένα γράμμα
του Muller της 17ης Φεβρουαρίου 1848 προς τον Noel. Στο γράμμα αυτό γράφει: "Η
επιχείρησή μας με το λίθο άφησε εποχή στην Ελλάδα. Δύο εταιρίες άρχισαν
τελευταία να ψάχνουν για μαγνησίτη... η μία από αυτές είναι η Rothwell από τη
Σμύρνη... η οποία εκμεταλλεύεται το κτήμα του Βουδούρη στον κόλπο Κυμάσι έξω από
τις φλέβες και τους βράχους, κοντά στη θάλασσα. Αυτό είναι νομίζω, μια τέλεια
αποτυχία, γιατί εκεί υπάρχει πολύ λίγο υλικό και το σκάψιμο έχει πολλά έξοδα. Η
άλλη εταιρία θα εκμεταλλευτεί τους βράχους κοντά στον Αρχάγγελο που περιέχουν
μαγνησίτη. Εκεί υπάρχει πολύς λίθος, αλλά η μεταφορά του στην παραλία της
Λίμνης, πάνω από τα βουνά, θα είναι μια πολύ ακριβή επιχείρηση."

Με την ανακάλυψη και εκμετάλλευση του μαγνησίτη ο Charls von Muller έφτιαξε ένα
μικρό βιομηχανικό κλάδο. Δεν ήταν σημαντικός μόνο για την οικονομική κατάσταση
της Βόρειας Εύβοιας, αλλά για να δημιουργούνται και άλλες σχέσεις με την
Ελβετία. Το 1898 ο Γάλλος Emil Sequin ίδρυσε τα Euboolithwerke στη Ζυρίχη, τα
οποία κατασκεύαζαν με τη βοήθεια του μαγνησίτη το λεγόμενο τσιμέντο
"Sorel-Zement". Όπως φαίνεται από το όνομα της εταιρίας, που είναι σήμερα
εγκατεστημένη στο Olten, προμηθευόταν το μαγνησίτη από τη Βόρεια Εύβοια. Την
εποχή εκείνη άλλοι Ελβετοί ήσαν αρμόδιοι για την πώλησή του, μια οικογένεια
Steiger που δούλευε για την εταιρία στην περιοχή της Λίμνης.

Το 1847 οι δουλειές πήγαιναν εξαιρετικά καλά για τον Muller. Για τη μεταφορά του
μαγνησίτη διέθετε, εν τω μεταξύ, δέκα με δώδεκα μεγάλες άμαξες. Το ξύλο για τα
πλοία είχε τόσο μεγάλη ζήτηση που δεν προλάβαινε να προμηθεύει πια τις
απαιτούμενες ποσότητες. Γι' αυτό αποφάσισε μαζί με το μηχανικό Albrecht Ruoff
από το Burgdorf να χτίσει ένα δεύτερο πριονιστήριο, όπως γράφει στο φίλο και
γαμπρό του Carlo Leutwein στις 21 Απριλίου 1847. Αυτό δεν το πέτυχε ο Muller
λόγω της μεγάλης επιβάρυνσης που είχε από το εμπόριο του μαγνησίτη, και της
πολιτικής κατάστασης εκείνης της εποχής που κινδύνευε και πάλι να γίνει δύσκολη,
σε σχέση με την πανευρωπαϊκή κρίση.

Ο Κωλέττης πέθανε στις 12 Σεπτεμβρίου του 1847. Οι ταραχές που προκλήθηκαν από
τις εκλογές και το θάνατο του Κωλέττη, δεν άφησαν ούτε την Εύβοια απείραχτη.
Αλλη μια φορά ο Κριεζώτης, επωφελήθηκε από την πολιτική κατάσταση, για να
εισβάλει με τις άτακτες ομάδες του στην Εύβοια. Διαβάζουμε στο γράμμα του
Muller: "...Ο στρατός κατέχει ακόμα το νησί μας. Φαίνεται ότι στα χωριά γύρω από
τη Χαλκίδα γίνεται χαμός... το Αχμέτ-Αγά δεν έπαθε τίποτα... μόνο ένας χωρικός
στο Δράζι έφαγε μια σπαθιά στο κεφάλι από τις ομάδες του Κριεζώτη... επίσης
τριάντα χωριάτες μου αναγκάσθηκαν να ακολουθήσουν με βία τον Κριεζώτη και τώρα
γίνονται ανακρίσεις γι' αυτό, όπως άλλωστε και για τους άλλους... με λίγα λόγια
είναι μια σκληρή εποχή για το νησί μας που κατά τα άλλα είναι τόσο ήσυχο...".

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1847 ακολουθεί μια καινούρια ξεκάθαρη εκτίμηση της
κατάστασης: "Μία ή δύο μέρες μετά από το τελευταίο γράμμα μου, ο Κωλέττης πέθανε
πραγματικά, αφού ο Βασιλιάς τον διόρισε ενενηκοστό πέμπτο στρατηγό της Ελλάδας,
στο νεκρικό κρεβάτι και τον παραφόρτωσε και με άλλους τιμητικούς τίτλους.
Ενταφιάσθηκε με όλες τις απαιτούμενες τιμές. Έτσι λοιπόν υπάρχει στη χώρα ένας
παλιάνθρωπος λιγότερο. Μαζί του εξαφανίστηκε το αρχιφάντασμα που ήξερε να
δαμάζει όλους τους άλλους παλιανθρώπους με τους οποίους γέμισε τις υπηρεσίες και
περιέβαλαν τη βασιλεία. Γι' αυτό βρισκόμαστε σε μια ολέθρια περίοδο. Ο Βασιλιάς
έκανε πρωθυπουργό τον υπουργό των στρατιωτικών Τζαβέλα, μάλλον για να αποφύγει
τις εκλογές ενός καινούριου κοινοβουλίου. Ο Τζαβέλας είναι ένας πολύ αδύνατος
και αγράμματος άνθρωπος που μόλις ξέρει να διαβάζει και να γράφει. Είναι
ανίκανος να συγκρατήσει τις μηχανορραφίες των κομμάτων. Η Αυτού Μεγαλειότης ο
Βασιλιάς θα κυβερνήσει ο ίδιος και έτσι θα πέσει σιγά σιγά στα χέρια των Ναπαίων
ή των κομμάτων που τείνουν προς τη Ρωσία... Λένε ότι υπάρχουν αρκετά λεφτά για
τους επόμενους έξι μήνες, επειδή τώρα πληρώθηκε η δεκάτη... Αλλωστε έρχεται ο
χειμώνας και τέτοια εποχή οι Έλληνες ήρωες δεν κάνουν εκστρατείες εναντίον
κανενός. Δεν μπορεί κανείς να κατασκηνώνει έξω και δεν βρίσκει κανείς τρόφιμα
στους βοσκούς, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να τραπεί σε φυγή, γιατί οι βοσκοί
βρίσκονται με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά. Οι χωριάτες παντού ασχολούνται με τα
χωράφια τους και δεν θα ακολουθήσουν πολιτικές εκστρατείες... Τον Κριεζώτη...
δεν τον φοβάμαι ιδιαίτερα. Αν και μας φοβερίζει άλλη μια φορά με μια επίθεση στο
νησί μας, μάλλον δε θα τολμήσει να το κάνει. Η απώλεια του αριστερού του χεριού
και ένα τραύμα στην κοιλιά του έχουν ξεθυμάνει τη φιλοδοξία του. Η βραχώδης
παραλία μας δεν προσφέρεται τον χειμώνα για να πλευρίσουν τα πλοία στην
προκυμαία ή ακόμα και για να αποπλεύσουν...".

Λίγο καιρό μετά ο Muller διέκοψε τις θερινές διακοπές του στον Πειραιά και πήγε
στο Αχμέτ-Αγά, για να ασχοληθεί με τις δουλειές του. Σε γράμμα του της 17ης
Φεβρουαρίου 1848 προς τον Eduard Noel που βρισκόταν εκείνο τον καιρό μάλλον στην
Αγγλία, έγραψε έναν λεπτομερή κατάλογο των εργασιών του και των εξόδων του. Για
να ξεκουραστεί λίγο είχε την ιδέα να προσλάβει τον εξάδελφό του στη διαχείρισή
του στο Αχμέτ-Αγά. Το όνομά του δεν αναφέρεται πουθενά. Προκύπτει όμως από τα
γράμματα της 21ης Απριλίου 1847 και 27ης Οκτωβρίου 1848 προς τον Carlo Leutwein
ότι πρόκειται για τον Karl von Wild που εκείνη την εποχή είχε ήδη δουλέψει στο
Αχμέτ-Αγά και έκανε αργότερα πάλι την εμφάνισή του και σαν υπεύθυνος του
κτήματος και σαν γαμπρός του Leutwein.

Η άσχημη οικονομική κατάσταση των σχολείων στο Hofwyl, στα οποία συμμετείχε και
ο Charles von Muller από την κληρονομιά της γυναίκας του, τον έκανε να σκεφθεί
την επιστροφή του στην Ελβετία. Κατάφερε όμως να καθυστερήσει το γυρισμό του
λίγο ακόμα, επειδή τον Οκτώβριο του 1848, μετά τις θερινές διακοπές του στον
Πειραιά, πήγε στο Αχμέτ-Αγά. Το τελευταίο γράμμα προς τον Carlo Leutwein
χρονολογείται από την 25η Ιανουαρίου 1849. Εκεί ο Muller μιλάει συγκεκριμένα για
την επικείμενη επιστροφή του. Μετά κόβεται η αλληλογραφία από την Ελλάδα και
μαθαίνουμε μόνο σποραδικά από άλλες πηγές, ότι ο Muller από εκείνη τη στιγμή
βρέθηκε στην Ελβετία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1855 άνοιξε, μαζί με
τον αδελφό του Eduard, ξανά το σχολείο στο Hofwyl που έμενε κλειστό από το 1848.


Το 1861 ως το 1864 ξαναβρίσκουμε το Muller στο Αχμέτ-Αγά. Το 1867 οι δύο φίλοι
Charles von Muller και Edward Noel αποτραβήχτηκαν από τη διοίκηση του κτήματος
και την ανέθεσαν στους γιους τους Edgar και Frank von Muller και στον Francis
Noel, αντίστοιχα. Δύο χρόνια αργότερα ο Charles von Muller έγινε μοναδικός
κάτοχος του κτήματος Hofwyl. Φαίνεται όμως ότι οι γιοι του Muller έχασαν το
ενδιαφέρον τους για το κτήμα στο Αχμέτ-Αγά, γιατί το 1870 πούλησαν τα μερίδιά
τους στον Francis Noel. Αυτός, για να ξεπληρώσει το χρέος του στους Muller,
αναγκάστηκε να πουλήσει τα ορυχεία του μαγνησίτη. Το κτήμα το διεύθυνε ο Francis
Noel, μετά το θάνατο του οποίου, το 1919 έγινε ιδιοκτησία της κόρης του Irene
Noel-Baker, μητέρας του τωρινού ιδιοκτήτη.


ΠΗΓΗ: servitoros.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου