Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

ΡΩΜΑΙΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


POPULARIA CARMINA GRAECIAE RECENTIORIS

ΡΩΜΑΙΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ (18ος αιώνας) – ARL PASSOW

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΠΑΝΟΣ / 1η ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΗ ΛΕΙΨΙΑ

ΕΥΒΟΙΑ

Η ΚΟΡΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΑΣΤΗΝ / Μυρολόγι

Εγώ μ’ εκείνο το πουλί που το λέγουν κανάρι

Εις τα φτερά του πράσινον και η καρδιά του μαύρη

Αν κρούσω και σ’ ενθυμηθώ και σ’ αναβάλ’ ο νους μου

Σαν θάλασσα ερεύγομαι, σαν κύμα δερν’ ο νους μου!

Ο ΜΑΥΡΑΪΔΗΣ / Αγάπης

Δυο αδελφοί μαλώνανε σ’ εν’ υψηλό τραπέζι

Αντάμα τρων και πίνουνε κ’ υψηλοτραγουδάνε

Ένας παινεύει τα’ άσπρα του κ’ ένας την ευμορφιά του

Παινεύεται κι ο Μαυραϊδής πούχ’ εύμορφη γυναίκα

Μη παινεύεσαι Μαυραϊδή πούχεις εύμορφη γυναίκα

Αυτήνε άλλον αγαπά κ’ εσένα δεν σε θέλει

Για, που το ξεύρεις αδελφέ, πως αγαπά τους ξένους;

Να πάρω στράτα μακρυνή και ‘τοιμασιά μεγάλη

Νάβγω αγνάντι αγνάντερα εις του παπά το σπίτι

Τι ωραιότης είναι αυτή, τι κάλλος και τι νούρι;

Και τι κορμί αγγελικό χωρίς νάχη κουσούρι;

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΕΛΑΦΙ / Pastoralia

Τρίτη γεννήθ’ ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνη

Πιάνει, καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους

Νάρθ’ ο Μηνάς κι ο Μαυραλής, νάρθη κι ο γιος του Δράκου

Νάρθη κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμ’ η γη κι ο κόσμος

Επήγαν και τον ηύρανε στον κάμπο ξαπλωμένο

Πούσουν εσύ μπρε Διγενή και θέλεις να πεθάνης;

Φάτε και πιέτε φίλοι μου κι εγώ σας αφηγώμαι

Στης Αλαμάνας το βουνό, στης Αραπιάς τον κάμπο,

Εκεί που πέντε δεν περνούν και δέκα δεν διαβαίνουν

Περνάν πενήντα κι εκατό και ναν’ κι αρματωμένοι

Κι εγώ μαύρος απέρασα πεζός κι αρματωμένος

Τριακόσι’ αρκούδια σκότωσα κι εξήντα δυο λιοντάρια

Επέτυχα κι εβάρεσα το στοιχειωμένο λάφι,

Πούχε σταυρό στα κέρατα κι αστέρι στο κεφάλι

Κι ανάμεσα στα δίπλατα είχε την Παναγία

Αυτό το κρίμα μ’ έσωσε και θέλω να πεθάνω

Τριακόσιους χρόνους έζησα δω στον απάνω κόσμο

Κανένα δεν φοβήθηκα απ’ τους αντρειωμένους

Τώρ’ είδα ένα ξεσκάλτσωτο πεζό κι αρματωμένο

Πούχε του ρήσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια

Τον είδανε τα μάτια μου κι ελάβωσ’ η καρδιά μου

Κείνο το κρίμα μ’ έσωσε και θέλω να πεθάνω.

Η ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΑ / Ερωτικό

Όλοι με λεν αρνήθηκες την Αρβανιτοπούλα

Και πώς να τήνε ‘παρνηθώ την Αρβανιτοπούλα

Πουν’ το κορμί της μάλαγμα κι η μέση της ασήμι;

Στον χρυσοχό θα να πάω, να την αναλυγώσω,

Να βγάλω λίτρα μάλγαμα…

Να φτιάσω κούπα και σταυρό, καθάριο δαχτυλίδι

Το δαχτυλίδι να φορώ, την κούπα για να πίνω

Και τον σταυρό να προσκυνώ δια την χριστιανοσύνη.

Η ΕΡΩΜΕΝΗ / Ερωτικό

Εδώ εις τούταις ταις αυλαίς ταις μαρμαροστρωμέναις,

Εδώ κοιμάτ’ ο ‘φέντης, τ’ εύμορφον παλληκάρι,

Τ’ εύμορφον και τ’ ανύμφευτον, αλλ’ αρραβωνιασμένον.

Κανείς δεν αποκότησε να πα να το ξυπνήση,

Μόνον κόρη τον αγαπά κι οπού καλόν τον θέλει,

Παίρνει κλωνί βασιλικόν και δυο κλωνάρια μόσκου

Να τον βρέξω με το νερό, φοβούμαι μη κρυώση,

Να τον βρέξω με το ρακί, φοβούμαι μη μεθύση,

Σηκώσου πάνω ‘φέντη μου και μη γλυκοκοιμάσαι.

ΟΔΥΡΜΟΣ ΕΡΑΣΤΟΥ ΚΟΡΗΣ / Ερωτικό

Στον ουρανό καν αναβής να πας με τα ξεφτέρια,

Συ ξεγλυτωμόν δεν έχεις απ’ τα δικά μου χέρια

Νάμουν στην πόλιν λεμονιά, στην Σκιάθον κυπαρίσσι,

Και στην Φαράκλα κρυονερόν και κρυσταλλένια βρύσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου